Δεν τσακωνόμαστε πάντα για αυτό που έγινε

Πώς οι ερμηνείες, οι ανείπωτοι κανόνες και οι προσδοκίες απομακρύνουν ένα ζευγάρι

Σε πολλά ζευγάρια ο καβγάς μοιάζει να ξεκινά από κάτι μικρό.

Ένα μήνυμα που δεν απαντήθηκε. Ένας απότομος τόνος. Μια δουλειά του σπιτιού που έμεινε πάλι για τον ίδιο άνθρωπο. Μια έξοδος που ακυρώθηκε. Ένα «δεν πειράζει» που τελικά πείραζε πολύ.

Από έξω μπορεί να φαίνεται υπερβολικό. «Μα καλά, για αυτό τσακώθηκαν;». Συνήθως όμως το ζευγάρι δεν τσακώνεται μόνο για το γεγονός. Τσακώνεται για το νόημα που πήρε το γεγονός μέσα στον καθένα.

Δεν είναι μόνο «δεν απάντησες στο μήνυμα». Είναι «δεν είμαι σημαντικός για σένα».

Δεν είναι μόνο «δεν βοήθησες στο σπίτι». Είναι «πάλι είμαι μόνος μου σε αυτό».

Δεν είναι μόνο «μίλησες απότομα». Είναι «δεν με υπολογίζεις».

Και εκεί αρχίζει το πραγματικό πρόβλημα. Όχι απαραίτητα στο γεγονός, αλλά στην ερμηνεία που χτίζεται γύρω από αυτό.

Οι συντροφικές σχέσεις μπορούν να προσφέρουν ικανοποίηση, προστασία από τη μοναξιά και να συμβάλουν στην ψυχική και σωματική υγεία. Την ίδια στιγμή όμως, από την αρχή κιόλας μιας σχέσης, οι δύο άνθρωποι μπορεί να κουβαλούν πολύ διαφορετικές πεποιθήσεις για το πώς «πρέπει» να λειτουργεί μια σχέση. Όταν αυτές οι προσδοκίες συναντούν την πραγματικότητα, συχνά εμφανίζεται σύγκρουση.

Και οι προσδοκίες αυτές δεν έρχονται από το πουθενά.

Έρχονται από την οικογένεια που μεγαλώσαμε, από τις σχέσεις που είδαμε, από αυτά που μάθαμε ότι σημαίνουν αγάπη, φροντίδα, σεβασμός, ελευθερία, δέσμευση. Άλλος μπορεί να έχει μάθει ότι η αγάπη φαίνεται με λόγια. Άλλος με πράξεις. Άλλος με παρουσία. Άλλος με το να μη σε περιορίζουν. Και όταν αυτά δεν ειπωθούν, ο καθένας μπορεί να θεωρεί αυτονόητο κάτι που για τον άλλον δεν είναι καθόλου αυτονόητο.

Στη θεραπευτική δουλειά με ζευγάρια ή με ανθρώπους που προσπαθούν να καταλάβουν τι συμβαίνει στις σχέσεις τους, αυτό εμφανίζεται συχνά με μια φράση: «Μα θα έπρεπε να το καταλάβει».

Ναι, θα ήταν όμορφο κάποιες φορές ο άλλος να μας καταλαβαίνει χωρίς να χρειάζεται να εξηγήσουμε τα πάντα. Αλλά στις σχέσεις, αυτό το «θα έπρεπε να το καταλάβει» γίνεται συχνά παγίδα. Γιατί αρχίζουμε να ζητάμε από τον άλλον να γνωρίζει κάτι που δεν του έχουμε πει καθαρά.

Και όταν δεν το κάνει, δεν λέμε απλώς «δεν το κατάλαβε». Λέμε «δεν τον νοιάζει».

Αυτό είναι ένα από τα πιο συνηθισμένα σημεία όπου τα ζευγάρια μπλέκονται: το διάβασμα της σκέψης. Ένα μεγάλο μέρος των προβλημάτων στις σχέσεις προκύπτει από δυσλειτουργικούς τρόπους σκέψης, που οδηγούν σε παρεξηγήσεις και συγκρούσεις. Μία τέτοια παγίδα είναι ακριβώς το «διάβασμα της σκέψης», όπου ο ένας σύντροφος ερμηνεύει τη συμπεριφορά του άλλου με καταδικαστικό και τελεσίδικο τρόπο.

Δεν βλέπω απλώς ότι ο άλλος είναι κουρασμένος. Συμπεραίνω ότι βαριέται εμένα.

Δεν βλέπω απλώς ότι μίλησε απότομα. Συμπεραίνω ότι δεν με σέβεται.

Δεν βλέπω απλώς ότι έχει ανάγκη να μείνει λίγο μόνος. Συμπεραίνω ότι απομακρύνεται.

Κάποιες φορές μπορεί να έχω δίκιο. Πολλές άλλες, όμως, δεν βλέπω τον άλλον. Βλέπω τον άλλον μέσα από τον δικό μου φόβο, τη δική μου ιστορία, τη δική μου ανάγκη.

Από μια Gestalt ματιά, αυτό έχει μεγάλη σημασία. Δεν μας ενδιαφέρει μόνο «τι έγινε», αλλά και πώς το βίωσε ο καθένας. Τι ένιωσε στο σώμα του, τι σκέφτηκε, τι απέφυγε να πει, τι ανάγκη υπήρχε από κάτω. Η ίδια πράξη μπορεί να έχει εντελώς διαφορετικό νόημα για δύο ανθρώπους. Για τον έναν η σιωπή μπορεί να είναι ξεκούραση. Για τον άλλον μπορεί να είναι εγκατάλειψη.

Το θέμα δεν είναι να αποφασίσουμε γρήγορα ποιος έχει δίκιο. Το θέμα είναι να δούμε τι συμβαίνει ανάμεσά τους.

Εκεί βρίσκεται συχνά η ουσία της σχέσης: στο ανάμεσα. Όχι μόνο σε εμένα, όχι μόνο σε εσένα, αλλά σε αυτό που δημιουργείται όταν συναντιούνται οι ανάγκες, οι φόβοι, οι προσδοκίες και οι άμυνές μας.

Γι’ αυτό και ένας μικρός καβγάς μπορεί να γίνει τόσο μεγάλος. Γιατί το γεγονός αποκτά συμβολικό νόημα. Όταν ένα γεγονός αποκτά σταθερά πολύ έντονο προσωπικό νόημα, μπορεί να γίνει σύμβολο. Τότε η αντίδραση γίνεται δυσανάλογη, η κατάσταση στρεβλώνεται και οι συγκρούσεις τροφοδοτούνται από αλυσιδωτές παρερμηνείες.

Ένα παράδειγμα: το ότι δεν βγήκαμε μαζί το Σάββατο μπορεί να μην είναι απλώς μια ακυρωμένη έξοδος. Μπορεί να σημαίνει «δεν με επιλέγεις». Το ότι δεν μου είπες κάτι τρυφερό μπορεί να σημαίνει «έπαψα να σου αρέσω». Το ότι δεν βοήθησες μπορεί να σημαίνει «δεν είμαστε μαζί σε αυτό».

Και εκεί ο άλλος δεν απαντά πια στο γεγονός. Απαντά στην κατηγορία.

Ο ένας λέει: «Δεν με υπολογίζεις».

Ο άλλος ακούει: «Είσαι κακός σύντροφος».

Και φυσικά αμύνεται.

Έτσι, δύο άνθρωποι που στην πραγματικότητα μπορεί και οι δύο να έχουν ανάγκη για επαφή, καταλήγουν να προστατεύονται ο ένας από τον άλλον.

Κάπου εδώ μπαίνουν και οι ανείπωτοι κανόνες. Κάθε σχέση έχει κανόνες. Άλλοι είναι ειπωμένοι και συμφωνημένοι. Άλλοι όμως υπάρχουν υπόγεια. «Αν με αγαπάς, θα καταλαβαίνεις πότε σε χρειάζομαι». «Αν με σέβεσαι, δεν θα μιλάς έτσι». «Αν είμαστε ζευγάρι, πρέπει να κάνουμε τα περισσότερα μαζί». «Αν είσαι σωστός σύντροφος, θα βάζεις τη σχέση πάνω από όλα».

Το πρόβλημα δεν είναι πάντα ότι αυτοί οι κανόνες είναι παράλογοι. Κάποιοι μπορεί να έχουν λογική βάση. Το πρόβλημα είναι ότι πολλές φορές δεν έχουν ειπωθεί. Κι όμως, όταν παραβιάζονται, ο άλλος κρίνεται σαν να είχε συμφωνήσει.

Οι κανόνες στη σχέση διαμορφώνονται στα διαφορετικά στάδιά της, αλλά συχνά δεν εκφράζονται ανοιχτά. Μπορεί να λειτουργούν σαν απαιτήσεις ή σαν απόλυτα «πρέπει», και όταν παραβιάζονται να δημιουργείται θυμός, αίσθηση απειλής και κλιμάκωση της σύγκρουσης.

Αυτό είναι πολύ συνηθισμένο. Δεν λέω καθαρά τι χρειάζομαι, αλλά θυμώνω που δεν το πήρα. Δεν εξηγώ τι σημαίνει για μένα μια συμπεριφορά, αλλά περιμένω να το γνωρίζεις. Δεν μιλάω για τον φόβο μου, αλλά εμφανίζομαι ως έλεγχος, επίθεση ή απόσυρση.

Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί μιλάμε και δεν καταλαβαινόμαστε.

Ίσως γιατί δεν μιλάμε από το σημείο που πραγματικά πονάει.

Λέμε «πάλι άργησες», αλλά εννοούμε «νιώθω ότι δεν είμαι προτεραιότητα».

Λέμε «όλο στο κινητό είσαι», αλλά εννοούμε «μου λείπει να είσαι εδώ μαζί μου».

Λέμε «δεν κάνεις τίποτα», αλλά εννοούμε «νιώθω μόνος/μόνη σε αυτή τη σχέση».

Λέμε «άστο, δεν πειράζει», αλλά μέσα μας έχει ήδη πειράξει.

Η Gestalt μάς καλεί να σταθούμε λίγο περισσότερο σε αυτή την επίγνωση. Τι συμβαίνει τώρα σε μένα; Τι νιώθω πριν επιτεθώ; Τι χρειάζομαι πριν το μετατρέψω σε κατηγορία; Τι φοβάμαι ότι θα συμβεί αν το πω πιο καθαρά;

Γιατί πολλές φορές η πιο ουσιαστική φράση δεν είναι «εσύ ποτέ…».

Είναι: «όταν γίνεται αυτό, εγώ το βιώνω σαν…».

Όχι για να έχει ο ένας όλο το δίκιο και ο άλλος όλο το άδικο. Αλλά για να δημιουργηθεί χώρος. Να μπορέσει ο άλλος να δει τον κόσμο μέσα από τα μάτια μου, χωρίς να χρειαστεί πρώτα να αμυνθεί.

Οι συγκρούσεις αυξάνονται όταν οι σύντροφοι υιοθετούν κλειστές, εγωκεντρικές οπτικές γωνίες, ενώ μειώνονται όταν ο καθένας προσπαθεί να δει τον κόσμο μέσα από τα μάτια του άλλου. Αυτό δεν σημαίνει να συμφωνήσουμε σε όλα. Σημαίνει να μπορέσω, έστω για λίγο, να σταματήσω να βλέπω τον άλλον μόνο ως αντίπαλο.

Δεν είναι εύκολο. Ειδικά όταν έχει μαζευτεί θυμός, απογοήτευση ή αίσθηση αδικίας. Αλλά συχνά εκεί ξεκινά μια πιο ώριμη επικοινωνία. Όχι όταν σταματούν οι διαφορές, αλλά όταν το ζευγάρι μπορεί να τις δει χωρίς να καταστρέφεται κάθε φορά η επαφή.

Ίσως λοιπόν το ερώτημα δεν είναι μόνο «γιατί τσακωνόμαστε;».

Ίσως είναι:

Τι σημαίνει για μένα αυτό για το οποίο τσακωνόμαστε;

Και μετά:

Το έχω πει στον άλλον ή περιμένω να το μαντέψει;

Αν υπάρχει μια μικρή αρχή για να αλλάξει κάτι, μπορεί να βρίσκεται εκεί. Όχι στην τέλεια επικοινωνία. Όχι στο να μη θυμώνουμε ποτέ. Αλλά στο να αρχίσουμε να ξεχωρίζουμε το γεγονός από το νόημα που του δώσαμε.

Γιατί πολλές φορές, αυτό που πληγώνει περισσότερο δεν είναι μόνο αυτό που έκανε ο άλλος.

Είναι η ιστορία που χτίστηκε μέσα μας γύρω από αυτό.

Και αν αυτή η ιστορία μείνει ανείπωτη, θα συνεχίσει να παίζει τον ρόλο της σε κάθε επόμενο καβγά.


Βιβλιογραφικές αναφορές

Baucom, D. H., Epstein, N., Sayers, S. L., & Sher, T. G. (1989). The role of cognitions in marital relationships: Definitional, methodological, and conceptual issues. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 57(1), 31–38. https://doi.org/10.1037/0022-006X.57.1.31 PubMed

Baucom, D. H., Epstein, N., Rankin, L. A., & Burnett, C. K. (1996). Assessing relationship standards: The Inventory of Specific Relationship Standards. Journal of Family Psychology, 10(1), 72–88. https://doi.org/10.1037/0893-3200.10.1.72 explore.metascienceobservatory.org

Beck, A. T. (1988). Love is never enough: How couples can overcome misunderstandings, resolve conflicts, and solve relationship problems through cognitive therapy. Harper & Row. search.worldcat.org

Bradbury, T. N., & Fincham, F. D. (1990). Attributions in marriage: Review and critique. Psychological Bulletin, 107(1), 3–33. https://doi.org/10.1037/0033-2909.107.1.3 PubMed

Eidelson, R. J., & Epstein, N. (1982). Cognition and relationship maladjustment: Development of a measure of dysfunctional relationship beliefs. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 50(5), 715–720. https://doi.org/10.1037/0022-006X.50.5.715 PubMed

Fincham, F. D., & Bradbury, T. N. (1988). The impact of attributions in marriage: Empirical and conceptual foundations. British Journal of Clinical Psychology, 27(1), 77–90. https://doi.org/10.1111/j.2044-8260.1988.tb00755.x

Κύλιση στην κορυφή