
Πώς η καθημερινή ρουτίνα μπορεί σιγά σιγά να απομακρύνει δύο ανθρώπους
Υπάρχουν ζευγάρια που δεν χωρίζουν από έναν μεγάλο καβγά. Δεν απομακρύνονται επειδή έγινε κάτι θεαματικό. Δεν υπάρχει πάντα μια προδοσία, μια μεγάλη σύγκρουση, μια ξεκάθαρη ρήξη.
Μερικές φορές το ζευγάρι χάνεται πιο ήσυχα.
Χάνεται μέσα στα πρωινά ξυπνήματα, στα σχολεία, στα τάπερ, στις δραστηριότητες, στις δουλειές του σπιτιού, στους λογαριασμούς, στην κούραση, στα «μην ξεχάσεις», στα «θα το κάνω εγώ», στα «άσε, δεν προλαβαίνουμε τώρα». Χάνεται μέσα σε μια καθημερινότητα που μπορεί να είναι απολύτως λειτουργική, αλλά συναισθηματικά άδεια.
Και αυτό είναι ίσως το πιο δύσκολο: η οικογένεια μπορεί να συνεχίζει να λειτουργεί, ενώ το ζευγάρι έχει αρχίσει να μην συναντιέται πια.
Δεν μιλάμε απαραίτητα για ανθρώπους που δεν αγαπιούνται. Πολλές φορές μιλάμε για ανθρώπους που έχουν προσπαθήσει πολύ. Που είναι υπεύθυνοι, δοτικοί, παρόντες ως γονείς. Που κάνουν ό,τι μπορούν για τα παιδιά τους. Απλώς, κάπου μέσα σε όλο αυτό, ο ρόλος του γονιού γίνεται τόσο μεγάλος που αρχίζει να απορροφά όλους τους άλλους ρόλους.
Ο άντρας και η γυναίκα, ή πιο απλά οι δύο σύντροφοι, γίνονται κυρίως «μαμά» και «μπαμπάς». Συνεργάτες στη διαχείριση του σπιτιού. Συντονιστές προγράμματος. Οδηγοί, φροντιστές, λογιστές, παιδαγωγοί, διαμεσολαβητές. Και σιγά σιγά ξεχνιέται κάτι βασικό: ότι πριν γίνουν οικογένεια, υπήρξαν δύο άνθρωποι που κάποτε κοιτάχτηκαν αλλιώς.
Η μετάβαση στη γονεϊκότητα είναι μια από τις πιο σημαντικές αλλαγές στη ζωή ενός ζευγαριού. Η βιβλιογραφία δείχνει ότι η ικανοποίηση από τη σχέση συχνά μειώνεται μετά τη γέννηση παιδιού, ιδιαίτερα κατά τον πρώτο χρόνο, ενώ η αλλαγή αυτή δεν αφορά μόνο τη γυναίκα ή μόνο τον άντρα, αλλά τη δυναμική και των δύο συντρόφων. Αυτό δεν σημαίνει ότι το παιδί «καταστρέφει» τη σχέση. Σημαίνει ότι η σχέση αλλάζει πεδίο. Και αν το ζευγάρι δεν βρει τρόπο να υπάρξει μέσα σε αυτό το νέο πεδίο, τότε η καθημερινότητα αρχίζει να το καταπίνει.
Η ρουτίνα δεν είναι εχθρός. Οι οικογενειακές ρουτίνες και τα τελετουργικά μπορούν να δώσουν σταθερότητα, αίσθηση συνέχειας και ασφάλεια στην οικογένεια. Έχουν συνδεθεί με γονεϊκή επάρκεια, προσαρμογή των παιδιών και ικανοποίηση στη σχέση. Το πρόβλημα δεν είναι ότι υπάρχει ρουτίνα. Το πρόβλημα είναι όταν η ρουτίνα γίνεται ο μόνος τρόπος ύπαρξης της οικογένειας. Όταν το ζευγάρι δεν έχει πια χώρο έξω από τη λίστα υποχρεώσεων.
Στη θεραπευτική δουλειά, αυτό εμφανίζεται συχνά με φράσεις που αρχικά ακούγονται απλές: «Δεν έχουμε χρόνο», «είμαστε συνέχεια κουρασμένοι», «μιλάμε μόνο για τα παιδιά», «δεν τσακωνόμαστε, απλώς δεν έχουμε τίποτα να πούμε», «νιώθω ότι είμαστε συγκάτοικοι». Συνήθως το ζευγάρι δεν έρχεται λέγοντας «χάσαμε την επαφή μας». Έρχεται μιλώντας για πρακτικά θέματα, για ένταση, για σεξουαλική απομάκρυνση, για θυμό, για μοναξιά μέσα στο ίδιο σπίτι.
Και πολλές φορές, πίσω από όλα αυτά υπάρχει μια απλή αλλά δύσκολη αλήθεια: οι δύο σύντροφοι έχουν σταματήσει να βλέπουν ο ένας τον άλλον ως πρόσωπο. Τον βλέπουν κυρίως μέσα από τον ρόλο.
«Δεν βοήθησες».
«Δεν με κατάλαβες».
«Πάλι εγώ τα κάνω όλα».
«Δεν βλέπεις πόσο κουράζομαι;».
«Μόνο με τα παιδιά ασχολείσαι».
«Μόνο η δουλειά σε νοιάζει».
Κάτω από αυτά τα παράπονα, συχνά υπάρχει κάτι πιο τρυφερό και πιο εκτεθειμένο: «μου λείπεις». Αλλά αυτό σπάνια λέγεται έτσι. Γιατί όταν οι άνθρωποι έχουν κουραστεί πολύ, η ανάγκη βγαίνει συχνά ως κατηγορία.
Η κούραση έχει μεγάλη σημασία. Έρευνες για τη μετάβαση στη γονεϊκότητα δείχνουν ότι το γονεϊκό στρες μπορεί να σχετίζεται με τη σεξουαλική ικανοποίηση και τη σχέση του ζευγαριού, ειδικά την περίοδο μετά τη γέννηση του πρώτου παιδιού. Άλλες μελέτες δείχνουν ότι ο φόρτος εργασίας και η ικανοποίηση από τον γάμο επηρεάζουν ο ένας τον άλλον μέσα στον χρόνο, όχι μόνο ατομικά αλλά και διαπροσωπικά, δηλαδή η πίεση του ενός μπορεί να επηρεάζει και την εμπειρία του άλλου. Με απλά λόγια, όταν δύο άνθρωποι είναι διαρκώς εξαντλημένοι, δεν αρκεί να αγαπιούνται. Χρειάζεται και χώρος για να μπορούν να συναντηθούν.
Από μια Gestalt ματιά, το ζευγάρι δεν είναι κάτι στατικό. Δεν είναι μια ταμπέλα που υπάρχει επειδή δύο άνθρωποι είναι μαζί ή έχουν παιδιά. Είναι μια ζωντανή διαδικασία επαφής. Η Gestalt θεραπεία δίνει έμφαση στην επίγνωση, στην επαφή, στο εδώ και τώρα και στον τρόπο που ο άνθρωπος σχετίζεται με το περιβάλλον του, με τους άλλους και με το σώμα του. Στις σχέσεις, αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία: το ερώτημα δεν είναι μόνο «αγαπιόμαστε;», αλλά «πώς συναντιόμαστε σήμερα;».
Πολλά ζευγάρια συνεχίζουν να έχουν σχέση στο επίπεδο της οργάνωσης, αλλά έχουν χάσει την επαφή στο επίπεδο της παρουσίας. Μιλούν, αλλά δεν συναντιούνται. Συνεννοούνται, αλλά δεν αγγίζονται συναισθηματικά. Βρίσκονται στον ίδιο χώρο, αλλά ο καθένας είναι κλεισμένος στη δική του κόπωση.
Εδώ η Gestalt μπορεί να βοηθήσει με μια πολύ απλή αλλά ουσιαστική ερώτηση:
Τώρα που είμαστε μαζί, είμαστε πραγματικά σε επαφή ή απλώς διεκπεραιώνουμε;
Η επαφή δεν σημαίνει απαραίτητα μεγάλη συζήτηση. Μπορεί να είναι ένα βλέμμα χωρίς βιασύνη. Ένα άγγιγμα που δεν ζητάει κάτι. Μια φράση που δεν αφορά το παιδί, το σχολείο ή το σούπερ μάρκετ. Ένα «πώς είσαι;» που δεν είναι τυπικό. Ένα «σε έχω χάσει λίγο τελευταία» χωρίς επίθεση.
Το δύσκολο είναι ότι η αποξένωση σπάνια συμβαίνει απότομα. Γίνεται με μικρές καθημερινές υποχωρήσεις. Αναβάλλεται μια συζήτηση γιατί «δεν είναι ώρα». Χάνεται μια αγκαλιά γιατί «είμαστε πτώματα». Μειώνεται η τρυφερότητα γιατί «προέχουν τα παιδιά». Ακυρώνεται ο προσωπικός χρόνος γιατί «δεν γίνεται αλλιώς». Και κάθε φορά μοιάζει μικρό. Μέχρι που κάποια στιγμή το ζευγάρι κοιτάζει πίσω και δεν ξέρει πότε ακριβώς χάθηκε.
Δεν χρειάζεται να δαιμονοποιήσουμε τον ρόλο του γονιού. Η γονεϊκότητα είναι βαθιά σχέση, ευθύνη, φροντίδα. Το θέμα είναι να μην γίνει ο μόνος διαθέσιμος ρόλος. Γιατί ένα παιδί δεν χρειάζεται μόνο γονείς που λειτουργούν. Χρειάζεται και να μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον όπου οι ενήλικες μπορούν να σχετίζονται, να μιλούν, να διαφωνούν, να επανασυνδέονται, να φροντίζουν και τη δική τους σχέση. Η ποιότητα της σχέσης των γονιών δεν είναι κάτι άσχετο από την οικογενειακή ζωή· αποτελεί μέρος του συναισθηματικού κλίματος μέσα στο οποίο μεγαλώνει το παιδί. Μελέτες έχουν δείξει ότι η ικανοποίηση στη σχέση των γονιών σχετίζεται και με πλευρές της προσαρμογής των παιδιών.
Άρα το να φροντίζει το ζευγάρι τη σχέση του δεν είναι εγωισμός. Δεν είναι πολυτέλεια. Δεν είναι κάτι που γίνεται «αν περισσέψει χρόνος». Είναι μέρος της φροντίδας της οικογένειας.
Τι μπορεί να βοηθήσει;
Όχι απαραίτητα κάτι μεγάλο. Πολλές φορές τα ζευγάρια ακούνε «βγείτε ένα ραντεβού» και τους φαίνεται αδύνατο ή ξένο. Μπορεί να είναι χρήσιμο, αλλά δεν είναι πάντα από εκεί που ξεκινάμε. Μερικές φορές χρειάζεται πρώτα να ξαναμπεί μικρή επαφή στην καθημερινότητα.
Να υπάρξει μια στιγμή μέσα στη μέρα που δεν αφορά τα παιδιά. Δέκα λεπτά χωρίς οθόνες, χωρίς πρακτικές εκκρεμότητες, χωρίς διορθώσεις. Όχι για να λυθούν όλα. Για να ξανακουστεί ο άλλος.
Να ειπωθεί η ανάγκη χωρίς κατηγορία. Αντί για «ποτέ δεν με προσέχεις», ίσως «μου λείπει να είμαστε λίγο μαζί χωρίς να μιλάμε μόνο για υποχρεώσεις». Αντί για «με έχεις αφήσει μόνο/μόνη», ίσως «νιώθω ότι κουβαλάω πολλά και θέλω να τα δούμε μαζί».
Να αναγνωριστεί ο κόπος του άλλου. Όχι ως τυπικό «ευχαριστώ», αλλά ως πραγματική ματιά: «βλέπω ότι προσπαθείς». Πολλές σχέσεις δεν διαλύονται επειδή δεν υπάρχει αγάπη. Παγώνουν επειδή ο κόπος μένει αόρατος.
Να προστατευτεί ένας μικρός χώρος ζευγαριού. Όχι απαραίτητα τέλειος, όχι πάντα ρομαντικός, όχι με πίεση να «περάσουμε υπέροχα». Ένας χώρος όπου οι δύο άνθρωποι θυμούνται ότι δεν είναι μόνο γονείς. Είναι και σύντροφοι. Έχουν σώμα, επιθυμία, ανάγκες, κούραση, μοναξιά, χιούμορ, τρυφερότητα.
Και ίσως το πιο σημαντικό: να μπορέσουν να μιλήσουν για αυτό πριν γίνει απόσταση που μοιάζει αμετάκλητη.
Γιατί η φράση «έτσι είναι όταν έχεις παιδιά» είναι συχνά επικίνδυνη. Ναι, η ζωή αλλάζει. Ναι, η κούραση είναι πραγματική. Ναι, οι προτεραιότητες μετακινούνται. Αλλά δεν είναι αυτονόητο ότι το ζευγάρι πρέπει να εξαφανιστεί για να υπάρξει η οικογένεια.
Μερικές φορές, το πρώτο βήμα δεν είναι να «ξαναγίνουμε όπως παλιά». Αυτό μπορεί να μην γίνεται και ίσως να μην χρειάζεται. Το πρώτο βήμα είναι να δούμε τι είμαστε τώρα. Πώς έχουμε αλλάξει. Τι μας λείπει. Τι δεν λέμε. Πού έχουμε κλείσει. Πού έχουμε θυμώσει. Πού ακόμα ζητάμε ο ένας τον άλλον, αλλά το κάνουμε με τρόπο που ο άλλος ακούει μόνο επίθεση.
Η θεραπεία ζεύγους ή η ατομική θεραπεία δεν έρχεται για να κατηγορήσει κάποιον. Έρχεται να δημιουργήσει έναν χώρο όπου μπορεί να ακουστεί αυτό που στην καθημερινότητα χάνεται κάτω από τις υποχρεώσεις. Να φανεί πώς δύο άνθρωποι οργανώνουν τη σχέση τους, πώς αποφεύγουν την επαφή, πώς ζητούν, πώς αμύνονται, πώς πληγώνονται και πώς μπορούν να ξανασυναντηθούν με περισσότερη επίγνωση.
Γιατί τελικά, η οικογένεια δεν χρειάζεται να χτιστεί πάνω στην εξαφάνιση του ζευγαριού.
Τα παιδιά μεγαλώνουν. Οι υποχρεώσεις αλλάζουν. Τα προγράμματα κάποια στιγμή αδειάζουν. Και τότε πολλοί άνθρωποι κοιτάζουν ο ένας τον άλλον και αναρωτιούνται: «Εμείς πού ήμασταν όλα αυτά τα χρόνια;».
Ίσως λοιπόν αξίζει να μη φτάσουμε εκεί για να το ρωτήσουμε.
Ίσως αξίζει, μέσα στη ρουτίνα, να σταματάμε πού και πού και να ρωτάμε πιο απλά:
Σε βλέπω ακόμα;
Με βλέπεις ακόμα;
Υπάρχουμε κάπου εμείς, πέρα από όλα όσα πρέπει να κάνουμε;
Και καμιά φορά, αυτή η ερώτηση είναι ήδη μια αρχή επανασύνδεσης.
Βιβλιογραφία / Παραπομπές
Bogdan, I., Turliuc, M. N., & Candel, O. S. (2022). Transition to Parenthood and Marital Satisfaction: A Meta-Analysis. Frontiers in Psychology.
Delicate, A., Ayers, S., & McMullen, S. (2018). A systematic review and meta-synthesis of the impact of becoming parents on the couple relationship. Midwifery.
Fiese, B. H., et al. (2002). A review of 50 years of research on naturally occurring family routines and rituals. Journal of Family Psychology.
Lavner, J. A., et al. (2017). Workload and Marital Satisfaction over Time: Testing Lagged Spillover and Crossover Effects. Journal of Family Psychology.
Leavitt, C. E., et al. (2016). Parenting Stress and Sexual Satisfaction Among First-time Parents: A Dyadic Approach. Sex Roles.
Salo, S. J., et al. (2022). Parental relationship satisfaction, reflective functioning, and child behavioral problems at age 2. Frontiers in Psychology.
Gestalt Foundation. Gestalt Therapy Approach.

