Χωρισμός και δεσμός: τι δυσκολευόμαστε πραγματικά να αφήσουμε;

Τι είναι αυτό που δυσκολευόμαστε πραγματικά να αφήσουμε;

Είναι αργά το βράδυ. Δεν υπάρχει πραγματικά κάτι καινούργιο να μάθεις, κι όμως ανοίγεις για λίγο το κινητό. Ίσως κοιτάξεις αν ο άλλος είναι συνδεδεμένος. Ίσως ξαναδιαβάσεις μια παλιά συνομιλία. Μπορεί να μην κάνεις ούτε αυτό. Απλώς να σκεφτείς, για πολλοστή φορά, τι εννοούσε τότε, αν θα μπορούσε να είχε γίνει κάτι διαφορετικά ή αν υπάρχει ακόμη κάτι που δεν ειπώθηκε.

Η σχέση έχει τελειώσει. Τουλάχιστον αυτό λένε τα γεγονότα. Ένα μέρος σου το γνωρίζει πολύ καλά.

Ένα άλλο, όμως, μοιάζει να μην έχει ενημερωθεί ακόμη.

Αυτό συχνά δημιουργεί μια δεύτερη δυσκολία πάνω στον ίδιο τον χωρισμό: «Αφού καταλαβαίνω ότι αυτή η σχέση δεν μου κάνει καλό, γιατί δεν μπορώ απλώς να προχωρήσω;». Η ερώτηση φαίνεται λογική. Κρύβει όμως μέσα της την παραδοχή ότι, από τη στιγμή που το μυαλό κατάλαβε κάτι, θα έπρεπε να ακολουθήσουν αμέσως και το συναίσθημα, το σώμα, η ανάγκη για επαφή.

Οι ανθρώπινοι δεσμοί δεν λειτουργούν τόσο τακτοποιημένα.

Η λογική μπορεί να φτάσει στο τέλος πριν από τον δεσμό

Η θεωρία του δεσμού μάς βοηθά να καταλάβουμε ένα μέρος αυτής της δυσκολίας. Ένας σύντροφος δεν είναι μόνο ένας άνθρωπος που αγαπάμε ή με τον οποίο περνάμε χρόνο. Μπορεί σταδιακά να γίνει πρόσωπο από το οποίο περιμένουμε εγγύτητα, ασφάλεια, ανακούφιση και συναισθηματική ρύθμιση. Όταν η σχέση διακόπτεται, η πραγματικότητα της απουσίας δεν σημαίνει ότι το σύστημα δεσμού παύει αυτομάτως να τον αναζητά. Η προσαρμογή στην απώλεια απαιτεί, μεταξύ άλλων, μια σταδιακή αναδιοργάνωση αυτών των προσδοκιών (Mikulincer & Shaver, 2022).

Γι’ αυτό και το «ξέρω ότι τελείωσε» μπορεί να συνυπάρχει απολύτως με το «θέλω να μου στείλει». Δεν είναι απαραίτητα δύο αντίθετες αλήθειες. Είναι δύο διαφορετικά επίπεδα εμπειρίας.

Η πρόσφατη βιβλιογραφία επιβεβαιώνει ότι οι χωρισμοί μπορούν να επηρεάσουν πολύ περισσότερα από τη διάθεση. Μια συστηματική ανασκόπηση 47 μελετών σε νεαρούς ενήλικες βρήκε επιδράσεις που αφορούν, μεταξύ άλλων, την ψυχική υγεία, την αίσθηση ταυτότητας και την οικειότητα στις σχέσεις, με μεγάλες όμως διαφορές από άνθρωπο σε άνθρωπο ως προς την προσαρμογή μετά τον χωρισμό (Fernandes et al., 2025).

Δεν χάνουμε μόνο τον άνθρωπο

Σε μια σχέση δεν μπαίνει μόνο ο άλλος. Μπαίνει και ένα κομμάτι από εμάς.

Υπάρχουν οι κοινές συνήθειες, οι φίλοι, οι χώροι, τα σχέδια, οι μικρές τελετουργίες της καθημερινότητας. Υπάρχει όμως και κάτι λιγότερο ορατό: ο εαυτός που είμαστε μέσα σε αυτή τη σχέση.

Οι Slotter, Gardner και Finkel (2010) έδειξαν ότι μετά από έναν χωρισμό μπορεί να μειωθεί η σαφήνεια της αυτοεικόνας —το πόσο καθαρά, δηλαδή, αισθάνεται κάποιος ότι ξέρει ποιος είναι— και ότι αυτή η σύγχυση συνδέεται με μεγαλύτερη συναισθηματική δυσφορία.

Ίσως λοιπόν κάποιες φορές η φράση «μου λείπει» να χρειάζεται μια δεύτερη ανάγνωση.

Μου λείπει ο συγκεκριμένος άνθρωπος όπως πραγματικά ήταν; Μου λείπει αυτό που πίστευα ότι θα μπορούσαμε να γίνουμε; Μου λείπει η αίσθηση ότι είχα κάποιον; Η θέση που είχα δίπλα του; Ένα μέλλον που είχα ήδη αρχίσει να φαντάζομαι; Ή ακόμη και μια προηγούμενη εκδοχή του εαυτού μου, που τώρα μοιάζει κι αυτή να απομακρύνεται;

Δεν χρειάζεται κάθε χωρισμός να κρύβει κάποιο βαθύτερο «τραύμα». Μερικές φορές πονά απλώς επειδή χάθηκε ένας άνθρωπος που αγαπήσαμε. Αλλά άλλες φορές, μαζί με τον άνθρωπο κινδυνεύουν να χαθούν και πράγματα που είχαμε ακουμπήσει επάνω του χωρίς να το έχουμε καταλάβει.

Και τότε το να αφήσουμε γίνεται πολύ δυσκολότερο.

Όταν η αξία μας περνά από το βλέμμα του άλλου

Είναι ανθρώπινο να θέλουμε να μας προσέχει ο άνθρωπός μας. Να χαίρεται όταν μας βλέπει, να ενδιαφέρεται γι’ αυτό που του λέμε, να αισθανόμαστε ότι η παρουσία μας έχει κάποια σημασία για εκείνον.

Υπάρχει όμως μια λεπτή διαφορά ανάμεσα στο «θέλω να είμαι σημαντικός για σένα» και στο «χρειάζομαι να είμαι σημαντικός για σένα για να αισθανθώ ότι έχω αξία».

Στη βιβλιογραφία έχει περιγραφεί η έννοια της relationship-contingent self-esteem, της αυτοεκτίμησης δηλαδή που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την πορεία και τα γεγονότα μιας ερωτικής σχέσης. Όταν συμβαίνει αυτό, ακόμη και σχετικά καθημερινές μεταβολές στη σχέση μπορούν να αποκτούν πολύ μεγαλύτερη σημασία για την εικόνα που έχει ο άνθρωπος για τον εαυτό του (Knee et al., 2008).

Ένα μήνυμα που δεν ήρθε δεν βιώνεται πλέον μόνο ως ένα μήνυμα που δεν ήρθε. Μπορεί πολύ γρήγορα να μεταφραστεί σε «δεν με υπολογίζει», ύστερα σε «δεν είμαι σημαντικός» και, κάποια στιγμή, ακόμη και σε «κάτι δεν αξίζει σε μένα».

Εδώ υπάρχει μια αντίφαση που έχει ενδιαφέρον. Κάποιος μπορεί εξωτερικά να είναι λειτουργικός, ανεξάρτητος, δραστήριος και αρκετά σίγουρος για τον εαυτό του και, μέσα σε μια συγκεκριμένη σχέση, να αισθάνεται σχεδόν αόρατος.

Και η ανάγκη για προσοχή, που εύκολα κρίνεται από τους γύρω ως υπερβολική, δεν σημαίνει πάντοτε «θέλω όλα τα βλέμματα πάνω μου». Μερικές φορές το ερώτημα που βρίσκεται από κάτω είναι πολύ πιο απλό και πολύ πιο ευάλωτο:

Με βλέπεις; Έχει σημασία για σένα ότι είμαι εδώ;

Όταν η σκέψη προσπαθεί να λύσει κάτι που ίσως δεν λύνεται με περισσότερη σκέψη

Μετά από έναν χωρισμό είναι φυσικό να προσπαθούμε να καταλάβουμε. Τι συνέβη; Πότε άλλαξε; Τι μπορούσα να είχα κάνει διαφορετικά; Τι εννοούσε με εκείνη τη φράση;

Η σκέψη δεν είναι από μόνη της πρόβλημα. Η έρευνα μάλιστα δείχνει ότι υπάρχει διαφορά ανάμεσα στον πιο σκόπιμο αναστοχασμό μιας εμπειρίας και στην επαναλαμβανόμενη, εγκλωβισμένη ανακύκλωσή της. Η επίμονη αναμάσηση και οι παρεμβατικές σκέψεις έχουν συνδεθεί με μεγαλύτερη δυσφορία μετά από έναν χωρισμό, ενώ η πιο συνειδητή επεξεργασία της εμπειρίας μπορεί να συμμετέχει και σε μια πορεία προσαρμογής και προσωπικής ανάπτυξης (del Palacio-González et al., 2017).

Η διαφορά δεν βρίσκεται επομένως στο αν σκεφτόμαστε τον χωρισμό, αλλά και στο πού μας πηγαίνει αυτή η σκέψη.

Αν κάθε διαδρομή καταλήγει ξανά στο μυαλό του άλλου —«γιατί το έκανε;», «τι σκέφτεται τώρα;», «μήπως το μετάνιωσε;»— τότε, παρά την έντονη νοητική δραστηριότητα, παραμένουμε ουσιαστικά στραμμένοι προς εκείνον.

Κάπου εδώ συναντάμε και τις μικρές πράξεις που κρατούν μια χαραμάδα ανοιχτή: τον έλεγχο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, την επιστροφή σε παλιές συνομιλίες, την αναζήτηση κάποιου νέου σημάδιου. Έρευνες έχουν βρει συσχετίσεις ανάμεσα στην παρακολούθηση του/της πρώην στα κοινωνικά δίκτυα και σε μεγαλύτερη δυσφορία, λαχτάρα και δυσκολότερη μεταχωριστική προσαρμογή. Σε παλαιότερη ημερολογιακή μελέτη, η συνεχιζόμενη επαφή με τον/την πρώην συνδέθηκε επίσης με βραδύτερη μείωση της αγάπης και της θλίψης (Marshall, 2012· Sbarra & Emery, 2005).

Αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει ένας καθολικός κανόνας «καμιά επαφή». Υπάρχουν άνθρωποι που εργάζονται μαζί, έχουν παιδιά ή χρειάζεται για άλλους λόγους να επικοινωνούν. Σημασία έχει περισσότερο να αναγνωρίσουμε τι κάνει μέσα μας αυτή η επαφή. Μας βοηθά να σταθούμε στη νέα πραγματικότητα ή συντηρεί συνεχώς την προσδοκία ότι κάτι ίσως αλλάξει;

Η ανάγκη για μια τελευταία απάντηση

Υπάρχει ακόμη κάτι δύσκολο στους χωρισμούς που δεν τελείωσαν όπως θα θέλαμε.

Μπορεί να περιμένουμε μια εξήγηση. Μια συγγνώμη. Μια παραδοχή ότι δεν φταίγαμε μόνο εμείς. Ίσως ακόμη και την επιβεβαίωση ότι ο άλλος κατάλαβε τελικά τι έχασε.

Η ανάγκη είναι κατανοητή. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η δυνατότητά μας να ηρεμήσουμε εξαρτάται αποκλειστικά από αυτή την απάντηση. Γιατί τότε, χωρίς να το θέλουμε, έχουμε αφήσει το κλειδί του κλεισίματος της ιστορίας στα χέρια του ανθρώπου από τον οποίο προσπαθούμε να απομακρυνθούμε.

Η έρευνα γύρω από τον δεσμό μετά τον χωρισμό δείχνει ότι η επιθυμία να συνεχίσουμε να χρησιμοποιούμε τον/την πρώην ως πρόσωπο δεσμού συνδέεται με περισσότερη λαχτάρα, επαναλαμβανόμενη σκέψη και μεγαλύτερη δυσφορία μετά τη διάλυση της σχέσης (Eisma et al., 2022).

Ίσως λοιπόν το ουσιαστικό ερώτημα κάποια στιγμή μετακινείται.

Όχι πια «τι ήθελε να πει εκείνος;», αλλά «τι χρειάζομαι εγώ ακόμη από εκείνον για να μπορέσω να φύγω;».

Και λίγο αργότερα: «Μπορεί αυτό που χρειάζομαι να χτιστεί κάπου αλλού;».

Τι σημαίνει τελικά να αφήνουμε;

Το να αφήσουμε μια σχέση δεν σημαίνει να πείσουμε τον εαυτό μας ότι δεν υπήρξε τίποτε καλό. Ούτε ότι πρέπει να πετάξουμε κάθε ανάμνηση, να θυμώσουμε με τον άλλον ή να ακυρώσουμε μια ολόκληρη περίοδο της ζωής μας.

Ίσως σημαίνει κάτι πιο δύσκολο: να μπορέσουμε να αναγνωρίσουμε τι ακριβώς κουβαλούσε αυτή η σχέση για εμάς.

Αγάπη, βέβαια. Αλλά ίσως και ασφάλεια. Φόβο μοναξιάς. Επιβεβαίωση. Μια εικόνα για το μέλλον. Την ανάγκη να αποδείξουμε ότι, αν προσπαθήσουμε αρκετά, κάτι μπορεί να σωθεί. Την επιθυμία να διορθωθεί μια πληγή στην αυτοεκτίμησή μας. Ή απλώς την άρνησή μας να δεχτούμε ότι μια ιστορία στην οποία επενδύσαμε τόσο πολύ μπορεί να τελειώσει χωρίς το τέλος που της είχαμε γράψει.

Η θεραπευτική δουλειά σε αυτές τις περιπτώσεις δεν χρειάζεται να πιέζει τον άνθρωπο να «ξεκολλήσει». Χρειάζεται πρώτα να τον βοηθήσει να δει από τι ακριβώς είναι δεμένος.

Γιατί μόνο τότε ο αποχωρισμός παύει να είναι μια μάχη ανάμεσα στη λογική και στο συναίσθημα και γίνεται μια σταδιακή διαδικασία επανατοποθέτησης: τι ανήκει σε εκείνη τη σχέση, τι θέλω να κρατήσω ως εμπειρία και τι χρειάζεται πλέον να αρχίσω να βρίσκω μέσα σε μένα και στις άλλες σχέσεις της ζωής μου.

Μερικές φορές, λοιπόν, το πιο χρήσιμο ερώτημα μετά από έναν δύσκολο χωρισμό δεν είναι «γιατί δεν μπορώ να τον αφήσω;».

Είναι: «Τι φοβάμαι ότι θα χάσω, αν τον αφήσω πραγματικά;»

Η απάντηση μπορεί να μην αφορά μόνο εκείνον.

Και ίσως ακριβώς εκεί αρχίζει να δημιουργείται χώρος για κάτι καινούργιο.

Βιβλιογραφικές αναφορές

del Palacio-González, A., Clark, D. A., & O’Sullivan, L. F. (2017). Cognitive processing in the aftermath of relationship dissolution: Associations with concurrent and prospective distress and posttraumatic growth. Stress and Health, 33(5), 540–548. doi:10.1002/smi.2738.

Eisma, M. C., Tõnus, D., & de Jong, P. J. (2022). Desired attachment and breakup distress relate to automatic approach of the ex-partner. Journal of Behavior Therapy and Experimental Psychiatry, 75, 101713. doi:10.1016/j.jbtep.2021.101713.

Fernandes, J. G., Santos, C., & Martins, M. V. (2025). Psychosocial effects of romantic breakups during emerging adulthood: A systematic review. Clinical Psychology & Psychotherapy, 32(5), e70139. doi:10.1002/cpp.70139.

Knee, C. R., Canevello, A., Bush, A. L., & Cook, A. (2008). Relationship-contingent self-esteem and the ups and downs of romantic relationships. Journal of Personality and Social Psychology, 95(3), 608–627. doi:10.1037/0022-3514.95.3.608.

Marshall, T. C. (2012). Facebook surveillance of former romantic partners: Associations with postbreakup recovery and personal growth. Cyberpsychology, Behavior, and Social Networking, 15(10), 521–526. doi:10.1089/cyber.2012.0125.

Mikulincer, M., & Shaver, P. R. (2022). An attachment perspective on loss and grief. Current Opinion in Psychology, 45, 101283. doi:10.1016/j.copsyc.2021.11.003.

Sbarra, D. A., & Emery, R. E. (2005). The emotional sequelae of nonmarital relationship dissolution: Analysis of change and intraindividual variability over time. Personal Relationships, 12(2), 213–232. doi:10.1111/j.1350-4126.2005.00112.x.

Slotter, E. B., Gardner, W. L., & Finkel, E. J. (2010). Who am I without you? The influence of romantic breakup on the self-concept. Personality and Social Psychology Bulletin, 36(2), 147–160. doi:10.1177/0146167209352250.

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή