Πώς μπορεί ένας γονιός να αναγνωρίσει τα σημάδια, να διατηρήσει την επαφή με το παιδί του και να αναζητήσει βοήθεια.
Μπορεί να είναι μια μυρωδιά στα ρούχα του. Μια αλλαγή στη συμπεριφορά του. Κάτι που βρήκες τυχαία ή μια πληροφορία που έφτασε στα αυτιά σου. Μπορεί ακόμη να ήταν το ίδιο το παιδί που σου είπε ότι έχει δοκιμάσει κάνναβη ή κάποια άλλη ουσία.
Όπως κι αν το έμαθες, είναι πιθανό η πρώτη σου αντίδραση να είναι φόβος. Ίσως θυμός. Ίσως αρχίσεις να σκέφτεσαι τι δεν πρόσεξες, τι έκανες λάθος ή πόσο καιρό συμβαίνει κάτι τέτοιο χωρίς να το γνωρίζεις.
Και κάπου ανάμεσα σε όλα αυτά εμφανίζεται το ερώτημα: «Τι κάνω τώρα;».
Είναι μια στιγμή που μπορεί να αλλάξει αρκετά πράγματα στη σχέση με το παιδί. Όχι επειδή μια συζήτηση θα καθορίσει απαραίτητα όσα θα ακολουθήσουν, αλλά επειδή ο τρόπος που θα το πλησιάσεις μπορεί να επηρεάσει το αν θα νιώσει ότι μπορεί να σου μιλήσει ή αν χρειάζεται να κρύψει ακόμη περισσότερα.
Η χρήση ουσιών στην εφηβεία είναι ένα θέμα που χρειάζεται σοβαρή αντιμετώπιση. Χρειάζεται όμως και κάτι ακόμη: να μη χαθεί πίσω από τη χρήση ο ίδιος ο έφηβος.

Πριν προσπαθήσουμε να σταματήσουμε τη χρήση, χρειάζεται να καταλάβουμε τι συμβαίνει
Όταν ένας γονιός πληροφορείται ότι το παιδί του κάνει χρήση, συνήθως θέλει μια άμεση απάντηση. Να μάθει τι πήρε, πόσες φορές, από ποιον και πώς θα σταματήσει.
Είναι κατανοητό. Υπάρχει αγωνία για την υγεία και την ασφάλειά του.
Όμως δεν κάνουν όλοι οι έφηβοι χρήση για τους ίδιους λόγους. Για κάποιον μπορεί να είναι η περιέργεια. Για κάποιον άλλο η παρέα, η επιθυμία να δοκιμάσει κάτι καινούργιο ή να αισθανθεί ότι ανήκει κάπου. Άλλος μπορεί να αναζητά έναν τρόπο να χαλαρώσει, να κοιμηθεί ή να απομακρυνθεί προσωρινά από κάτι που τον δυσκολεύει.
Αυτές είναι διαφορετικές καταστάσεις και χρειάζονται διαφορετική προσέγγιση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι, αν καταλάβουμε τον λόγο, η χρήση γίνεται ακίνδυνη ή αποδεκτή. Σημαίνει όμως ότι μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα τι χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε.
Έχει διαφορά να ρωτήσουμε «γιατί κάνεις τέτοια πράγματα;» από το να ρωτήσουμε «τι είναι αυτό που βρίσκεις στη χρήση;».
Στη δεύτερη ερώτηση υπάρχει χώρος να ακούσουμε κάτι που ίσως δεν γνωρίζαμε για το παιδί μας.
Και υπάρχει πάντα η πιθανότητα η απάντηση να είναι απλώς «μου αρέσει». Ακόμη κι αυτή η απάντηση χρειάζεται να ακουστεί, χωρίς να σημαίνει ότι σταματά εκεί η συζήτηση.
Κάνναβη: ούτε αθώα, ούτε κάθε χρήση σημαίνει εξάρτηση
Η κάνναβη συχνά παρουσιάζεται από τους νέους ως κάτι συνηθισμένο ή σχετικά ακίνδυνο. Το γεγονός όμως ότι μια ουσία χρησιμοποιείται από αρκετούς ανθρώπους δεν σημαίνει ότι δεν έχει κινδύνους.
Σύμφωνα με το CDC και την Αμερικανική Ακαδημία Παιδικής και Εφηβικής Ψυχιατρικής, η χρήση κάνναβης στην εφηβεία μπορεί να επηρεάσει τη μνήμη, την προσοχή, τη μάθηση και τον συντονισμό. Έχει επίσης συσχετιστεί με δυσκολίες στην ψυχική υγεία, ενώ ορισμένοι έφηβοι μπορεί να εμφανίσουν έντονο άγχος ή ψυχωτικά συμπτώματα.
Ο κίνδυνος δεν είναι ίδιος για όλους. Σημασία έχουν, μεταξύ άλλων, η ηλικία έναρξης, η συχνότητα χρήσης, η περιεκτικότητα σε THC και η ταυτόχρονη χρήση άλλων ουσιών.
Από την άλλη πλευρά, είναι σημαντικό να μη χαρακτηρίσουμε έναν έφηβο εξαρτημένο επειδή δοκίμασε κάποια ουσία. Η δοκιμή, η περιστασιακή χρήση, η συχνή χρήση και η εξάρτηση δεν είναι το ίδιο πράγμα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι χρειάζεται να περιμένουμε να αναπτυχθεί εξάρτηση για να ζητήσουμε βοήθεια.
Όσο νωρίτερα καταλάβουμε τι συμβαίνει, τόσο περισσότερες δυνατότητες έχουμε να παρέμβουμε.
Ποια σημάδια χρειάζεται να προσέξουμε;
Δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά που αποδεικνύει ότι ένας έφηβος κάνει χρήση.
Αλλαγές στον ύπνο, ευερεθιστότητα, απομόνωση ή μειωμένο ενδιαφέρον για το σχολείο μπορεί να εμφανιστούν για πολλούς λόγους. Η εφηβεία άλλωστε είναι από μόνη της μια περίοδος αλλαγών.
Υπάρχουν όμως ορισμένες ενδείξεις που αξίζει να μας κινητοποιήσουν, ιδιαίτερα όταν εμφανίζονται μαζί ή αποτελούν σημαντική αλλαγή από τη συνηθισμένη συμπεριφορά του παιδιού.
Μπορεί να παρατηρήσουμε απότομες μεταβολές στη διάθεση, δυσκολία συγκέντρωσης, αλλαγές στις παρέες, συχνές απουσίες από το σχολείο, απώλεια ενδιαφέροντος για δραστηριότητες που παλαιότερα το ευχαριστούσαν ή ανεξήγητα έξοδα.
Στην περίπτωση της κάνναβης, μπορεί να υπάρχουν κόκκινα μάτια, χαρακτηριστική οσμή, αντικείμενα που σχετίζονται με τη χρήση ή πρόσκαιρες δυσκολίες στη μνήμη και την προσοχή.
Κανένα από αυτά, μόνο του, δεν αρκεί για συμπεράσματα.
Αυτό που έχει σημασία δεν είναι να μετατραπεί ο γονιός σε ερευνητή, αλλά να παρατηρήσει τι έχει αλλάξει στη συνολική καθημερινότητα του παιδιού.
Πώς είναι τελευταία; Πώς κοιμάται; Πώς πηγαίνει στο σχολείο; Έχει απομακρυνθεί από φίλους ή δραστηριότητες; Υπάρχει κάτι που δείχνει να το δυσκολεύει;
Η παρατήρηση χρειάζεται να οδηγεί σε επικοινωνία και, όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις, σε αξιολόγηση από ειδικό. Όχι σε μια βιαστική διάγνωση μέσα στο σπίτι.
Η δυσκολότερη στιγμή μπορεί να είναι η πρώτη συζήτηση
Ας υποθέσουμε ότι έχουμε μάθει πως το παιδί μας κάνει χρήση κάνναβης.
Αν ξεκινήσουμε με φωνές, απειλές ή χαρακτηρισμούς, είναι πιθανό ο έφηβος να μπει σε άμυνα. Να αρνηθεί, να θυμώσει, να κλειστεί ή να προσπαθήσει να προστατεύσει όσα δεν θέλει να μάθουμε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι οι γονείς πρέπει να δείχνουν αδιάφοροι ή να αποφεύγουν τα όρια. Σημαίνει ότι χρειάζεται να ξεχωρίσουμε τη συμπεριφορά που μας ανησυχεί από τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντί μας.
Μπορούμε να διαφωνούμε ξεκάθαρα με τη χρήση και ταυτόχρονα να δείχνουμε στο παιδί ότι εξακολουθούμε να ενδιαφερόμαστε για εκείνο.
Η Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής επισημαίνει τη σημασία της σύνδεσης και της εμπιστοσύνης στην επικοινωνία με εφήβους που κάνουν χρήση. Η συζήτηση σε ήρεμο χρόνο, οι ανοιχτές ερωτήσεις και η αποφυγή επικριτικών αντιδράσεων μπορούν να διευκολύνουν την επικοινωνία.
Μια αρχή θα μπορούσε να είναι:
«Έμαθα ότι έχεις κάνει χρήση κάνναβης και ανησυχώ. Δεν θέλω να αρχίσουμε να φωνάζουμε. Θέλω να καταλάβω τι συμβαίνει και να δούμε πώς θα το αντιμετωπίσουμε».
Ίσως ο έφηβος απαντήσει. Ίσως πει ελάχιστα. Ίσως αρνηθεί να συζητήσει.
Δεν χρειάζεται όλη η ιστορία να λυθεί σε μία συζήτηση.
Χρειάζεται όμως να είναι ξεκάθαρο ότι το θέμα δεν θα αγνοηθεί.
Η επαφή δεν σημαίνει απουσία ορίων
Από μια οπτική Gestalt, έχει ενδιαφέρον να δούμε όχι μόνο τι κάνει ο έφηβος, αλλά και τι συμβαίνει στη σχέση του με τον γονιό εκείνη τη στιγμή.
Πώς πλησιάζει ο ένας τον άλλον; Τι συμβαίνει όταν εμφανίζεται ο φόβος; Πώς εκφράζεται η ανησυχία; Πότε η επικοινωνία μετατρέπεται σε σύγκρουση; Τι χρειάζεται να ακουστεί και από τις δύο πλευρές;
Ένας γονιός μπορεί να φοβάται τόσο πολύ, που η προσπάθειά του να προστατεύσει το παιδί να εκφράζεται κυρίως μέσα από έλεγχο. Ο έφηβος μπορεί να βιώνει αυτόν τον έλεγχο ως απειλή για την αυτονομία του και να απομακρύνεται ακόμη περισσότερο.
Έτσι, ενώ και οι δύο μπορεί να θέλουν να διατηρήσουν τη σχέση τους, καταλήγουν να δυσκολεύονται να συναντηθούν.
Η Gestalt δίνει σημασία στην επίγνωση, στην επαφή και στα όρια που υπάρχουν μέσα στις σχέσεις.
Ένα όριο, όμως, δεν χρειάζεται να σημαίνει απομάκρυνση.
Ο γονιός μπορεί να πει:
«Καταλαβαίνω ότι το βλέπεις διαφορετικά. Εγώ όμως ανησυχώ για την υγεία και την ασφάλειά σου και δεν μπορώ να αντιμετωπίσω τη χρήση σαν να μη συμβαίνει τίποτα».
Αυτό αφήνει χώρο για τη διαφορετική θέση του εφήβου, χωρίς να αναιρεί την ευθύνη του γονιού.
Το ζητούμενο δεν είναι να επιβληθεί σιωπή στο παιδί. Είναι να μπορεί να υπάρξει επικοινωνία ακόμη και μέσα στη διαφωνία.
Η χρήση μπορεί να μας απασχολεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Το παιδί όμως παραμένει κάτι περισσότερο από τη χρήση του.
Αυτό είναι ένα σημείο που θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό στη δουλειά με εφήβους.
Όταν εμφανίζεται ένα σοβαρό ζήτημα, υπάρχει ο κίνδυνος όλη η σχέση με τον νέο να αρχίσει να περιστρέφεται γύρω από αυτό.
Κάθε συζήτηση να καταλήγει στη χρήση. Κάθε έξοδος να προκαλεί υποψίες. Κάθε αλλαγή στη διάθεση να ερμηνεύεται ως απόδειξη ότι κάτι συμβαίνει.
Σταδιακά ο έφηβος μπορεί να αισθάνεται ότι οι γονείς του δεν βλέπουν τίποτε άλλο σε εκείνον.
Η χρήση χρειάζεται να αντιμετωπιστεί. Δεν χρειάζεται όμως να καταλάβει ολόκληρη τη σχέση.
Παραμένει σημαντικό να γνωρίζουμε τι ενδιαφέρει το παιδί, πώς περνά τον χρόνο του, τι το απασχολεί, με ποιους ανθρώπους συνδέεται, τι επιθυμεί για τη ζωή του.
Και να συνεχίσουμε να έχουμε μαζί του στιγμές που δεν αφορούν αποκλειστικά το πρόβλημα.
Αυτό δεν αποτελεί λύση από μόνο του. Μπορεί όμως να βοηθήσει να διατηρηθεί μια σχέση μέσα στην οποία θα μπορέσει να αναζητηθεί βοήθεια.
Και οι γονείς χρειάζονται υποστήριξη
Όταν ένα παιδί κάνει χρήση ουσιών, η δυσκολία δεν αφορά μόνο το ίδιο.
Οι γονείς μπορεί να βιώνουν έντονη αγωνία, ενοχές, θυμό, απογοήτευση ή διαφωνίες μεταξύ τους για τον τρόπο αντιμετώπισης.
Ο ένας μπορεί να θεωρεί ότι χρειάζονται αυστηρότερα όρια. Ο άλλος να φοβάται ότι έτσι θα απομακρυνθεί περισσότερο το παιδί.
Δεν είναι απαραίτητο να έχουν από την αρχή όλες τις απαντήσεις.
Είναι όμως σημαντικό να μη μείνουν μόνοι τους προσπαθώντας να διαχειριστούν κάτι που ενδέχεται να χρειάζεται εξειδικευμένη υποστήριξη.
Η συμβουλευτική γονέων μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση της κατάστασης, στην επικοινωνία, στη διαχείριση των συγκρούσεων και στη διαμόρφωση σταθερών ορίων.
Όταν υπάρχει συχνή ή προβληματική χρήση, χρειάζεται αξιολόγηση από επαγγελματίες με εμπειρία στις εξαρτήσεις και στην ψυχική υγεία παιδιών και εφήβων. Ανάλογα με τις ανάγκες, μπορεί να απαιτείται και παιδοψυχιατρική εκτίμηση.
Η διεθνής βιβλιογραφία αναγνωρίζει τη σημασία των οικογενειακών παρεμβάσεων στην αντιμετώπιση προβλημάτων χρήσης ουσιών στην εφηβεία.
Και υπάρχει κάτι που αξίζει να γνωρίζει κάθε γονιός:
Δεν χρειάζεται να περιμένει να συμφωνήσει το παιδί του να επισκεφθεί έναν ειδικό για να ζητήσει ο ίδιος συμβουλευτική υποστήριξη.
Μπορεί να ξεκινήσει από τον εαυτό του και να οργανώσει καλύτερα τα επόμενα βήματα.
Τι μπορείτε να κάνετε πρακτικά
Αν υποψιάζεστε ή γνωρίζετε ότι το παιδί σας κάνει χρήση ουσιών, υπάρχουν κάποια πράγματα που μπορείτε να κάνετε από σήμερα.
1. Επιλέξτε μια ήρεμη στιγμή για να μιλήσετε.
Μην ξεκινήσετε τη συζήτηση πάνω στον θυμό ή όταν το παιδί βρίσκεται υπό την επήρεια ουσιών. Αν υπάρχει άμεσος κίνδυνος, προτεραιότητα έχει η ασφάλειά του. Διαφορετικά, αναζητήστε μια στιγμή που θα μπορείτε και οι δύο να ακούσετε.
2. Μιλήστε για όσα γνωρίζετε, όχι για όσα υποθέτετε.
Αν υπάρχει υποψία, πείτε τι παρατηρήσατε και τι σας ανησυχεί. Αν η χρήση έχει διαπιστωθεί, μην εγκλωβιστείτε σε μια συζήτηση για το αν συνέβη. Προσπαθήστε να μάθετε περισσότερα για τη συχνότητα, τις ουσίες και τις περιστάσεις της χρήσης.
3. Ακούστε πριν βγάλετε συμπεράσματα.
Ρωτήστε πώς ξεκίνησε, τι βρίσκει στη χρήση και πώς βλέπει ο ίδιος ο έφηβος αυτό που συμβαίνει. Μη θεωρήσετε από πριν ότι γνωρίζετε την απάντηση.
4. Βάλτε σαφή και σταθερά όρια.
Εξηγήστε γιατί δεν αποδέχεστε τη χρήση και ποιες είναι οι προσδοκίες σας. Συζητήστε συγκεκριμένα ζητήματα ασφάλειας, όπως την οδήγηση ή την επιβίβαση σε όχημα με οδηγό υπό την επήρεια ουσιών. Τα όρια χρειάζεται να είναι κατανοητά, σταθερά και κατάλληλα για την ηλικία του παιδιού, όχι απλώς τιμωρητικά.
5. Κρατήστε ανοιχτή τη δυνατότητα να ζητήσει βοήθεια.
Το παιδί χρειάζεται να γνωρίζει ότι, αν βρεθεί σε κίνδυνο, μπορεί να σας καλέσει χωρίς να φοβάται ότι εκείνη τη στιγμή θα ακολουθήσει ανάκριση ή τιμωρία. Η ασφάλειά του προηγείται. Οι συζητήσεις για τις συνέπειες μπορούν να γίνουν αργότερα.
6. Μην περιμένετε να γίνει σοβαρότερο το πρόβλημα.
Αν η χρήση επαναλαμβάνεται, αυξάνεται, επηρεάζει τη λειτουργικότητα του παιδιού ή δυσκολεύεται να τη διακόψει, ζητήστε εξειδικευμένη αξιολόγηση. Το ίδιο ισχύει αν συνυπάρχουν σημαντικές αλλαγές στη διάθεση, έντονο άγχος ή άλλες δυσκολίες ψυχικής υγείας.
7. Ζητήστε βοήθεια και για εσάς.
Στην Ελλάδα μπορείτε να απευθυνθείτε στον Εθνικό Οργανισμό Πρόληψης και Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων (ΕΟΠΑΕ) μέσω της ιστοσελίδας eopae.gr, της γραμμής ψυχολογικής υποστήριξης 1145 ή της γραμμής υποστήριξης SOS 1031, για ενημέρωση και καθοδήγηση σχετικά με τις διαθέσιμες υπηρεσίες.
Ο ΕΟΠΑΕ διαθέτει επίσης υπηρεσίες για εφήβους και οικογένειες. Μπορείτε να αναζητήσετε την κατάλληλη δομή ακόμη κι αν το παιδί δεν είναι έτοιμο να ζητήσει βοήθεια.
Αν εμφανιστούν σοβαρή σύγχυση, απώλεια συνείδησης, δυσκολία στην αναπνοή ή άλλη κατάσταση άμεσου κινδύνου, χρειάζεται επείγουσα ιατρική βοήθεια μέσω του 112 ή του 166.
Δεν είναι απαραίτητο η πρώτη συζήτηση να πάει καλά. Μπορεί να υπάρξει άρνηση, θυμός ή σιωπή. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να εγκαταλείψετε την προσπάθεια.
Χρειάζεται να συνεχίσετε να ενδιαφέρεστε, να παρατηρείτε, να κρατάτε τα όρια που προστατεύουν το παιδί και να αναζητάτε βοήθεια όταν χρειάζεται.
Ο στόχος δεν είναι μόνο να σταματήσει η χρήση. Είναι να μπορέσει το παιδί να παραμείνει ασφαλές, να βρει άλλους τρόπους να αντιμετωπίζει όσα το δυσκολεύουν και να γνωρίζει ότι δεν χρειάζεται να τα διαχειριστεί μόνο του.
Βιβλιογραφία και πηγές
American Academy of Child and Adolescent Psychiatry. (2026). Marijuana and Teens. Facts for Families, No. 106. Πηγή.
American Academy of Child and Adolescent Psychiatry. (2026). Drug and Alcohol Treatment for Adolescents. Facts for Families, No. 41. Πηγή.
Centers for Disease Control and Prevention. (2024). Cannabis and Teens. Πηγή.
Hadland, S. (2025). How to Talk With Your Teen About Drugs & Alcohol: What I Tell Every Parent. American Academy of Pediatrics, HealthyChildren.org. Πηγή.
National Institute on Drug Abuse. (2014). Principles of Adolescent Substance Use Disorder Treatment: A Research-Based Guide. Πηγή.
Substance Abuse and Mental Health Services Administration. Talk. They Hear You: Parent Resources. Πηγή.
Yontef, G. M. (1993). Awareness, Dialogue and Process: Essays on Gestalt Therapy. Gestalt Journal Press.
Εθνικός Οργανισμός Πρόληψης και Αντιμετώπισης Εξαρτήσεων. Επικοινωνία – Γραμμές υποστήριξης 1145 και 1031. Πηγή.
Υπουργείο Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας. Σε έκτακτη ανάγκη καλέστε 112. Πηγή.
Gov.gr. 166 – Αριθμός του Εθνικού Κέντρου Άμεσης Βοήθειας (ΕΚΑΒ). Πηγή.


